| Από GRTRnews.com BIΒΛΙΑ Kαθημερινή / του Κωστα Θ. Καλφοπουλου
O Tούρκος συγγραφέας μας αποκαλύπτει, μέσα από τα βιώματά του, τα «απομνημονεύματα» της γενέτειράς του, συνθέτοντας μια ελεγεία
Orhan Pamuk "Istanbul. Memories of a City" Ο Ορχάν Παμούκ ανήκει στη νέα γενιά των Τούρκων συγγραφέων, που έρχονται αντιμέτωποι με τα στερεότυπα εκ δυσμών και εξ ανατολών σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία για την Τουρκία. Στις «Αναμνήσεις μιας πόλης», ο Παμούκ συγγράφει, μέσα από τα βιώματά του, τα «απομνημονεύματα» της γενέτειράς του, ακολουθώντας τα ίχνη των ξένων περιηγητών που «ανακάλυψαν» τη Βασιλεύουσα τον 18ο αιώνα και των Τούρκων διανοουμένων, οι οποίοι ύμνησαν την Πόλη, στη μεταβατική περίοδο από την οθωμανική κυριαρχία στον κεμαλικό εκσυγχρονισμό. Κυρίως, όμως, συνθέτει μέσα από τις αναμνήσεις του μία ελεγεία για την Κωνσταντινούπολη, που άλλοτε παίρνει τον χαρακτήρα μιας πολιτισμικής ιστορίας, άλλοτε μεταβάλλεται σε έναν Baedecker για «ιδιωτική χρήση» και άλλοτε, πάλι, μετατρέπεται σε μια παράλληλη βιογραφία, της ζωής του και της πόλης που ενώνει (και χωρίζει ταυτόχρονα), γεωγραφικά, ιστορικά και πολιτισμικά τη Δύση με την Ανατολή. Ανάμεσα στις σελίδες του βιβλίου, ο αναγνώστης «ακούει» τον ψίθυρο της πόλης, καθώς ο συγγραφέας, επισκεπτόμενος την παιδική του ηλικία και τα εφηβικά του χρόνια, τον ξεναγεί μέσα από την «ομορφιά ενός τοπίου που προκύπτει από τη μελαγχολία του». Aλλος Ορχάν, άλλη Πόλη «Από πολύ μικρός, είχα την υποψία, ότι υπήρχαν περισσότερα πράγματα πέρα από τον κόσμο που μπορούσα να δω: κάπου, στους δρόμους της Ιστανμπούλ, σε ένα σπίτι που έμοιαζε με το δικό μας, ζούσε ένας άλλος Ορχάν που μού έμοιαζε τόσο πολύ, ώστε θα μπορούσε κανείς να νομίζει ότι ήταν ο δίδυμος αδελφός μου, ακόμα και ο σωσίας μου». Οι δύο Ορχάν θα συναντηθούν και θα χαθούν επανειλημμένα στα καλντερίμια και τους μαχαλάδες της πόλης, αλλά και στις σελίδες του βιβλίου. Οι αρχικές εικόνες του συγγραφέα για την Ιστανμπούλ θα γεννηθούν στα πρώτα βήματά του, «στις μόνες αποδράσεις» του, κρατώντας το χέρι της μητέρας και εξερευνώντας με παιδικό βλέμμα τα «περισσότερα πράγματα πέρα από τον κόσμο» που μπορούσε να δει: τη γριά Ελληνίδα, που μαντάριζε κάλτσες και πουλούσε ζώνες και κουμπιά, αλλά και «αυγά από το χωριό», εκεί που ο μικρός Ορχάν χάζευε το χρυσόψαρο στη γυάλα, το μικρό ψιλικατζίδικο του Γιακούπ και του Βασίλ(η), προφανώς εβραιοελληνικής ιδιοκτησίας, που πουλούσε εφημερίδες, είδη καπνιστού και γραφική ύλη, το κοντινό πάρκο στο Νισάντασι, το τραμ, «με τη μελαγχολική μουσική του που τον αποκοίμιζε», που τούς μετέφερε στην Πλατεία Τακσίμ. Καθώς ο συγγραφέας ανακαλύπτει δειλά την πόλη και τον κόσμο, αυτές οι εικόνες αποτελούν και την πρώτη ύλη, που θα εμπλουτίζεται διαρκώς και θα συσσωρεύει ολοένα και νέες εικόνες και εντυπώσεις για τη γενέθλια πόλη. Τα παιγνίδια μνήμης στα οποία καταφεύγει ο Ορχάν της παιδικής ηλικίας μαζί με τον αδελφό του, «όχι τόσο από τη νοσταλγία, αλλά από την επιθυμία να ασκήσουμε τη μνήμη μας», είναι αυτά που θα τον βοηθήσουν, μέσα από την ύστερη «μνημοτεχνική του πλάνητα», να επιστρέψει -σε ασπρόμαυρο φόντο- στη γενέτειρά του, στους σκοτεινούς δρόμους και τη μελαγχολία του τόπου και του τοπίου. Ανακαλύπτοντας εκ νέου την Πόλη, ο Παμούκ έρχεται έτσι να συναντήσει τους «τέσσερις μελαγχολικούς» συντοπίτες του, τον μεγάλο σε αξία, αλλά και όγκο, Γιαχύα Κεμάλ, τον ιστορικό Κοτσού, τον μυθιστοριογράφο και αρθρογράφο Τανπινάρ και τον γαντοφορεμένο χρονογράφο του «πολιτισμού του Βοσπόρου», Αμπντουλάκ Σινασί Χισάρ, οι οποίοι με το έργο τους διέσωσαν την εικόνα της Πόλης, προτού υποκύψει στον εκδυτικισμό και στα κελεύσματα του Κεμαλισμού, σε μια δεύτερη εσωτερική Aλωση. Κατά βάσιν, αυτή η «μελαγχολία της πόλης» (hzn), που έχει βαθιές θρησκευτικές και πολιτισμικές ρίζες, έρχεται σε σύγκρουση όχι μόνο με τις ραγδαίες αλλαγές στο αστεακό τοπίο, αλλά και με τη δυτική πρόσληψη, που αναζητεί, με ρομαντικές διαθέσεις, ήδη από τον 18ο αιώνα, επίμονα και πεισματικά το σκλαβοπάζαρο, τους ζητιάνους, τους χαμάληδες, τους «δερβισάδες» και τα χαρέμια, και αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στις περιηγήσεις του Ζεράρ ντε Νερβάλ (Ταξίδι στην Ανατολή), στις περιπλανήσεις του Θεόφιλου Γκωτιέ, στους φτωχομαχαλάδες της Πόλης με τα ξύλινα χαγιάτια, που ανακαλύπτει τη «μελαγχολική ομορφιά μέσα από τη βρωμιά και την αταξία, αλλά και τα ελληνικά και ρωμαϊκά ερείπια», στην πρόθεση του Γουστάβου Φλωμπέρ, που ήθελε να εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη και να «αγοράσει έναν σκλάβο», αλλά και στον έντονα γαλλοκεντρικό Αντρέ Ζιντ. Πανοραμικές... λεπτομέρειες Ο Παμούκ μάς προσφέρει, σαν τις γκραβούρες και τους πίνακες του ΑντουάνΙγκνάς Μελίν, πανοραμικά, αλλά και αποδίδοντας σημασία στη λεπτομέρεια, τις αναμνήσεις της Πόλης, καθώς ιστορία και βιώματα, συναισθήματα και εμπειρίες, μνήμη και ανάμνηση συγχέονται στην αχλύ του μύθου, του μυστηρίου (που γοήτευσε τους Aγγλους συγγραφείς, όπως η Aγκαθα Κρίστι και ο Γκράχαμ Γκριν) και, κυρίως, της «μελαγχολίας ενός θνήσκοντος πολιτισμού». Η Πόλη «νοσταλγεί» και ο συγγραφέας ξετυλίγει, στο δικό του Amarcord, το νήμα του κοινού παρελθόντος, σε ένα μοναδικό βιβλίο, που θυμίζει εν μέρει τα Παιδικά χρόνια στο Βερολίνο του 19ου αιώνα, του Βάλτερ Μπένγιαμιν, από τον οποίο «δανείζεται» και την persona του πλάνητα (flneur), όταν τα μελαγχολικά βράδια του χειμώνα διασχίζει συχνά τις έρημες γειτονιές, τα καλντερίμια και τις πλατείες, παρατηρώντας και ενθυμούμενος, ακολουθούμενος από την πόλη, τις μεγάλες καταστροφές και την ανοικοδόμηση, τις αδιόρατες αλλαγές, τη σταδιακή συρρίκνωση του ελληνικού στοιχείου, και από την ίδια τη ζωή του, με τις οικογενειακές σκηνές, τα «μικρά καθημερινά δράματα», τη διαρκή απουσία του πατέρα, στον οποίο αφιερώνει το βιβλίο, την πανταχού παρούσα μητέρα, αλλά και τις προσωπικές του αναζητήσεις. Μακριά από προκαταλήψεις και στερεότυπα, ο Eλληνας αναγνώστης όχι μόνο κρατάει στα χέρια του ένα από τα καλύτερα βιβλία που γράφτηκαν για την Κωνσταντινούπολη, αλλά παροτρύνεται στο να περιπλανηθεί στα ίδια μέρη, με τις «Αναμνήσεις μιας πόλης» υπό μάλης. Η Ιστανμπούλ του Ορχάν Παμούκ είναι ταυτόχρονα και η Κωνσταντινούπολη των Ελλήνων, όπως συναδελφώνονται στις σελίδες του βιβλίου. |